Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Αβέρκιος Λουδάρος δεν είναι αισιόδοξος ότι με το μυθιστόρημά του θα καταφέρει να αφυπνίσει τον άνθρωπο. Είναι κάτι που δεν κατάφεραν σπουδαία πνεύματα με τα κολοσσιαία έργα τους.
Με βίαιες σκηνές και με τις απεχθείς πράξεις των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, ο συγγραφέας ξεσκεπάζει την εξουσιομανία, την απληστία και, εν τέλει, τη ματαιοδοξία του ανθρώπου. Στο «Δολοφονώντας τις σκιές» (εκδόσεις Οσελότος) δεν υπάρχουν θετικοί ήρωες. Κυριαρχεί το Κακό, το οποίο δεν αντιμάχεται το Καλό. Στις σελίδες κυριαρχεί η μάχη του Κακού με το Κακό. Και μέσα από αυτή τη μάχη αναδεικνύεται «η αγωνία του συγγραφέα για όλα όσα σκληρά βιώνει ο άνθρωπος», όπως ανέφερε στην παρουσίαση του βιβλίου ο δημοσιογράφος Γιάννης Αμανατίδης.
Όπως ο Γ. Αμανατίδης τόνισε, «μπροστά στον αναγνώστη εκτυλίσσεται μία ταινία θρίλερ, με εικόνες και απρόοπτα που συγκλονίζουν. Οι χαρακτήρες δεν είναι σχηματικοί, αλλά ζωντανοί και αληθινοί». Σύμφωνα με την άποψή του, πρόκειται για ένα βιβλίο «με διαχρονικές παραπομπές στην κοινωνία της σύγχρονης ζούγκλας που ζούμε. Είναι βαθιά κοινωνικό, αλλά και πολιτικό, με εμφανή την αλληγορία και τον σαρκασμό. Υπάρχει διάχυτη η ατμόσφαιρα του μυστηρίου και του εξωπραγματικού, γι' αυτό και κρατά τον αναγνώστη σε αγωνία έως την τελευταία του σελίδα».
Και ακριβώς από την τελευταία σελίδα του βιβλίου κι ενώ ο κεντρικός ήρωας, ο Τουταγχαμών, έχει βιώσει ένα αφόρητο εσωτερικό μαρτύριο που τον έχει οδηγήσει σε αποτρόπαιες πράξεις, αρχίζει ένα άλλο, ακόμα μεγαλύτερο μαρτύριο, η μοναξιά.
Μακάβρια ελεγεία
Ο Γ. Αμανατίδης διαπιστώνει ότι σε όλους τους φόνους που διαπράττονται στην εξέλιξη της ιστορίας, «υπάρχει μία ποιητική διάσταση, μια μακάβρια ελεγεία του θανάτου, όπου το έγκλημα ως έκφραση του κακού, διαστέλλεται και προκαλεί τρόμο».
Ο κεντρικός ήρωας του «Δολοφονώντας τις σκιές» λέει ότι σκότωσε περισσότερους από όσους έπρεπε για να αποκτήσει φήμη. «Η παραπομπή στις σύγχρονες μορφές εξουσίας είναι πρόδηλη», παρατηρεί ο Γ. Αμανατίδης και προσθέτει ότι «κάθε μορφή εξουσίας που συσσωρεύει δύναμη, στηρίζεται κατά κύριο λόγο στη διαφθορά, τη διαπλοκή και την παρανομία».
«Η εξουσιαστική τάση του ανθρώπου είναι ένα από τα πιο αδιατάρακτα στοιχεία της ζωής μας, από καταβολής κόσμου. Και απλώνεται, ασφαλώς, σε όλα τα επίπεδά της (στην πολιτική, την οικονομία, τις σχέσεις, ερωτικές, οικογενειακές κ.λ.). Παράλληλα, ο φόβος, που αποτελεί, επίσης, πυρηνικό σημείο στο βιβλίο, είναι βασικότατο συστατικό στοιχείο της ψυχής και σε μεγάλο βαθμό την ορίζει και την τρέφει», επισήμανε στην παρουσίαση του βιβλίου ο δημοσιογράφος και ποιητής Γιώργος Γερακάρης.
Εμβαθύνοντας, ο Γ. Γερακάρης αναφέρει ότι το σύγγραμμα του Αβ. Λουδάρου «καταδεικνύει στον αναγνώστη το ίδιον της εποχής μας, δηλαδή τον αφιλοσόφητο άνθρωπο. Τον "εγκλωβισμένο στη χρηστική διάσταση των πραγμάτων", όπως θα έλεγε και ο Ελύτης. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, βλέπουμε ακριβώς αυτό που συμβαίνει και στην εποχή μας και που επί της ουσίας είναι και η αιτία της κρίσης. Διότι η κρίση, βέβαια, είναι πρωτίστως πολιτισμική και κατ' επέκταση κοινωνική, οικονομική και ο,τιδήποτε άλλο. Ο άνθρωπος μηχανοποιήθηκε και ουσιαστικά αποξενώθηκε από τον εαυτό του. Η (προφητική) φράση του Χάιντεγγερ είναι χαρακτηριστική: "Ο κόσμος της μεταφυσικής, με τον πλούτο των αξιών και των ιδεών χάθηκε και ο άνθρωπος έπεσε στην κοσμική νύχτα". Τι σημαίνει αυτό; Έπαψε να ερωτά, να απορεί, να εκπλήσσεται. Έπαψε να συγκλονίζεται από τη μυστηριακότητα της ύπαρξης. Έχασε την επαφή με το μυστήριο και το έμμυθο. Με αυτό του οποίου, δηλαδή, είναι φορέας ως ον».
Ο άνθρωπος έχασε τη συναίσθηση της τραγικότητας και της θνητότητάς του και επομένως το σχετικό μέτρο, αναφέρει ο Γ. Γερακάρης και προσθέτει: «Εδώ ακριβώς ο Λουδάρος, μέσα από τις άκρως ποιητικές περιγραφές και αφηγήσεις του, που είναι γεμάτες εσωτερική ένταση, δείχνει την τραγική αντίφαση μέσα στην οποία ζει ο σύγχρονος άνθρωπος (και εν προκειμένω ο Τουταγχαμών): ενώ ουσιαστικά κολυμπάει μέσα σε έναν ωκεανό μυστηρίου, όλη του η ενέργεια και η μέριμνα αναλώνεται στη διαδικασία της υλικής του αποκατάστασης και τη σχετική οντολογική λήθη. Ταυτόχρονα, διογκώνεται η ματαιοδοξία του και τα συμπλέγματά του, με αποτέλεσμα να αυτοπαγιδεύεται στον σχετικό φαύλο κύκλο. Έτσι, γίνεται όλο και πιο αλαζών, χάνοντας εντελώς το "παιχνίδι". Για να παραφράσουμε ελαφρώς τον Σοπενχάουερ, που έχει πει ότι "ο πλούτος είναι σαν το θαλασσινό νερό, όσο πίνεις διψάς", θα μπορούσαμε να πούμε ότι κι η εξουσιαστική διάθεση είναι σαν το θαλασσινό νερό: όσο πίνεις τόσο διψάς (άρα όλο και περισσότερο θες να εξουσιάζεις)».
Η αντεπίθεση του ηττημένου
Ο Γ. Γερακάρης έθεσε το ερώτημα, ποιο είναι το χρέος του σοβαρού ανθρώπου, που αναπτύσσει οποιαδήποτε πνευματική δραστηριότητα; Απαντώντας ο ίδιος τονίζει ότι «το χρέος του είναι η αντεπίθεση του ηττημένου (του ηττημένου σε υπαρκτικό επίπεδο αλλά και σε επίπεδο εποχής). Και ακριβώς εκεί εστιάζει κι ο Λουδάρος. Το εγκόσμιο κακό και ό,τι αυτό συνεπάγεται, δεν πρόκειται να εξαλειφθεί. Όποιος πιστεύει κάτι τέτοιο είναι στην καλύτερη περίπτωση ενήλικος με παρατεταμένη εφηβεία και λειτουργεί υπό τις αβέβαιες παρωθήσεις του συναισθήματος. Το ζητούμενο για τον σύγχρονο άνθρωπο είναι, μέσω της αυτεπίγνωσης, να διατηρήσει την αυθεντικότητά του, στρεφόμενος προς τη μεταφυσική εκδοχή της αξιοπρέπειάς του. Μόνο έτσι μπορεί να ελέγξει (όχι να εξαλείψει) την εξουσιαστική του διάθεση, τον φόβο και γενικότερα το εγκόσμιο κακό. Μόνο έτσι μπορεί να παραμείνει άνθρωπος και όχι υπάνθρωπος».















